Φιλοσοφία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης
Εισήγηση της φιλολόγου και δρος Φιλοσοφίας Εθνικού και Καποδιστριακού Παν/μίου Αθηνών Κωνσταντίνας Παλαμιώτου, Σχολικής Συμβούλου ΥΠΕΠΘ στο 86ο Ύπατο Συνέδριο της AHEPA

Αθήνα, 30 Ιουνίου – 6 Ιουλίου 2008

Υπό την αιγίδα του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Με τη στήριξη των : ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ,ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ

Αγαπητοί Συνέλληνες,
Κατά πρώτον εκφράζω τις ευχαριστίες μου στην οργανωτική επιτροπή του Συνεδρίου για την ευγενική της πρόσκληση να ομιλήσω σε αυτό σε μια πολύ ενδιαφέρουσα θεματική, όπως αυτή της «Διαχρονικής Ακτινοβολίας της Ελληνικής Γλώσσης».
Κυρία Πρόεδρε, ελλογιμότατοι σύνεδροι ,
κάθε γλώσσα αποτελεί ένα σύστημα φωνητικής σημαντικής , στο οποίο κάθε λέξη και όνομα απαρτίζει το σημείον τομής του αισθητού κόσμου με τον νοητό.
Ιδιαζόντως , συμβαίνει αυτό προκειμένου για την Αρχαία Ελληνική στη διαχρονία της, μέχρι την παρούσα μορφή της ως Νεοελληνική Καθομιλουμένη, εφόσον υπήρξε Πρωτογλώσσα αναμφισβητήτως: συνεπώς η σημαντική της άπτεται του καταστατικού της ανθρώπινης εσωτερικότητος και κατ αυτά ανακηρύσσεται σε Γλώσσα Διεθνή.
Όταν ομιλεί ο κόσμος απαντά η ψυχή και το πνεύμα και μέσα από αυτόν τον υπαρξιακό διάλογο προκύπτει η αλήθεια ως διά του λόγου παρουσία του Είναι στη γλώσσα.
Η οντολογική διάσταση της γλώσσης ως Λόγου παραδίδεται ενωρίς ήδη από τον Προσωκρατικό Ηράκλειτο, ο οποίος καταχωρεί τον Λόγο ως Αρχή και Νόμο του Κόσμου και κυβερνήτη των αντικρουόμενων εκδοχών του Γίγνεσθαι . Κατά τον ίδιον αν και τα «έπεα» των ανθρώπων είναι συχνά ανεύθυνα ο Λόγος είναι το μόνιμο και καθολικό θεμέλιο της φύσης.
Ο Πλάτων αναφέρει στον γλωσσολογικό του διάλογο «Κρατύλο» τις απόψεις του για τη «φύσει» και «νόμω» γλώσσα, όπου διαπιστώνει ότι αφενός η κατοχή των γλωσσικών συμβόλων δεν προδικάζει και γνώση ουσιαστική των πραγμάτων -καθώς «λέγειν» και διάνοια δεν είναι το ίδιο – αφετέρου ότι γλώσσα και διάνοια έχουν στενή σχέση, αφού ο κόσμος των σημείων αποκτά αξία εκ του νοήματός τους. Ο ίδιος σαφώς λέγει ότι ο «λόγος» και όχι το «όνομα» είναι ο φορέας της αλήθειας.
Ο Αριστοτέλης αντιλαμβάνεται τη συνάντηση πνεύματος και κόσμου μέσω της γλώσσης: κατά τον Σταγιρίτη, η γλώσσα συμβιβάζει το νόημα με τη φύση για να καταστεί ο φυσικός κόσμος εκφραστός και κατανοητός. Η ουσιαστική συμβολή του Φιλοσόφου στη γλωσσολογική έρευνα συνίσταται στην αναγνώριση της προέλευσης της Γραμματικής από τη Λογική.
Τη λέξη ως προϊόν και έργο του πνεύματος κατανοούμε συμβολικώς αν αναλογιστούμε την διδασκαλία του Ευαγγελιστή Ιωάννη για την Αγία Τριάδα: Ο Ιησούς ως ενσαρκωμένος Λόγος, ευρίσκεται σε τέτοιου είδους σχέση προς τον Πατέρα, με αυτή που ευρίσκεται ο ενδιάθετος λόγος προς τον προφορικό στους Στωικούς. Κατά τον Θωμά Ακυινάτη η λέξη και το όνομα προσομοιάζουν στο φως, που μέσα του φανερώνεται το χρώμα.
Από τα παραπάνω ενδεικτικά και κυρίαρχα παραδείγματα φιλοσοφικών προσεγγίσεων, στον περιοριστικό χρόνο του παρόντος συμποσίου, όπως και από πλήθος άλλων Αρχαίων και νεωτέρων φιλοσόφων (Παρμενίδης, Σοφιστές, Δημόκριτος, Στωικοί, Πλωτίνος, Πρόκλος, Vico, Humboldt, Hegel, Herbart, Steinthal, Cassiret, Husserl, Heidegger) συνάγεται η διαφορετικότης των προσεγγίσεων σχετικώς προς την προέλευση, τη λειτουργία και την ουσία της γλώσσης. Ωστόσο κάθε ερευνητής θα διαπίστωνε εν προκειμένω ότι το γλωσσικό φαινόμενο αποτελεί κοινή συνισταμένη πολλών συνιστωσών και συνεπώς είναι πολυεπίπεδο και πολυσήμαντο. Η γλώσσα ως πολιτιστική κατάκτηση και ειδικώς η Αρχαιοελληνική Πρωτογλώσσα, αρχική των προπατόρων μας επινόηση, όπως παραστατικά παρουσιάζεται στον πίνακα «ET IN ARCADIA EGΟ», αποτελεί την λογική κυριαρχία της ανθρώπινης διάνοιας στο χάος των εξωτερικών εντυπώσεων του αισθητού κόσμου.
Ολόκληρη η πολιτιστική μας κληρονομιά και η πνευματική ανθρώπινη δημιουργία στο σύνολό της εδράζεται στη γλώσσα και στο λόγο ως όργανο του πνεύματος που συλλαμβάνει την λογική ουσία των πραγμάτων και των καταστάσεων. Έτσι η γλώσσα αποθησαυρίζει και αποκρυσταλλώνει τα επιτεύγματα του πνεύματος.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η μέθοδος της λογικής ανάλυσης, που επικράτησε τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα ως τάση και μέθοδος της φιλοσοφίας της γλώσσας είναι ανεπαρκής καθώς περιορίζεται στις συνάψεις εννοιών και νοημάτων , στερείται όμως της δυνατότητος να επιχειρήσει την προσέγγιση του πλούτου του φιλοσοφικού λόγου, του οποίου βασικό εργαλείο υπήρξε ανέκαθεν η Ελληνική γλώσσα στη διαχρονία της.
Η προσπάθεια των διανοουμένων Ελλήνων στον αιώνα μας, πρέπει να στραφεί στην προβολή του αιτήματος της διεθνοποίησης της ελληνικής γλώσσης στη διαχρονική της παγιωμένη μορφή.
Όταν σε όλο τον κόσμο στη διαμόρφωση των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών των εγκυροτέρων πανεπιστημιακών σχολών υπάρχει ενδιαφέρον τόσο για τη διδασκαλία της Νέας Ελληνικής ως ξένης γλώσσης, όσο και της Αρχαίας Ελληνικής (ακόμη και για τις θεραπευτικές ιδιότητες της ανάγνωσης αρχαιοελληνικών κειμένων από το πρωτότυπο), θα ήταν εξαιρετικά άστοχο εμείς οι ίδιοι οι Έλληνες να εξακολουθήσουμε να παραμένουμε στις «ψευτοπροοδευτικές» αντιλήψεις, που οδήγησαν στην εξωφρενική κατάργηση του πολυτονικού και στη συρρίκνωση της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών Κειμένων, σε σημείο να μοιάζουν «ξένη γλώσσα» για τη σημερινή νεολαία.
Όσοι γνωρίζουν οφείλουν να διαδίδουν την Γλώσσα την Ελληνική, σε όποια μορφή της: οι δάσκαλοι στους μαθητές, οι φιλόλογοι στους φοιτητές, οι γονείς στα παιδιά, παροιμίες σε τοπικές διαλέκτους οι παππούδες στα εγγόνια, αρχαιοελληνικά κείμενα οι ειδικοί σε σεμινάρια «διά βίου εκπαίδευσης», παρουσιάσεις οι ερευνητές ξεχασμένων περιοχών, όπως τα ελληνόφωνα χωριά της Καλαβρίας, τραγούδια στο διαδίκτυο για τη νεολαία ,όπως αυτό που θα δείτε στο τέλος της εισήγησής μου.
Αρχή της επίλυσης ενός προβλήματος είναι η διαπίστωσή του: όλοι διαπιστώσαμε τόσα αυτές τις μέρες, είναι καιρός να πράξουμε ανάλογα.
Δρ. Κωνσταντίνα Παλαμιώτου
Σχολική Σύμβουλος ΠΕ2 ΥΠΕΠΘ