Το άρθρο της εβδομάδας

«ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΚΥΡΙΑΚΗ»

του Παύλου Πισσάνου

 

Κάθε Απρίλιο και κάθε Οκτώβριο, οι επαγγελματικές μου υποχρεώσεις επιβάλλουν την συμμετοχή μου στην διεθνή συνάντηση των Καννών, όπου και η προβολή των έργων των παραγωγών τηλεοράσεως στους αγοραστές του κόσμου.
Στο τέλος των εκδηλώσεων η σύζυγός μου Καρολίνα κι εγώ, συνηθίζουμε να επισκεπτόμεθα για αναψυχή το πριγκηπάτο του Μονακό, σε απόσταση μιας περίπου ώρας με το τραίνο.
Στο Μονακό, υπάρχει το γνωστό Μόντε Κάρλο και το παγκοσμίως γνωστό καζίνο του Μόντε Κάρλο.
Το κτήριο που στεγάζεται το καζίνο αλλά και η Όπερα του Μόντε Κάρλο είναι ένα πραγματικά, αρχιτεκτονικό αριστούργημα, κτισμένο το 1863 από τον Charles Garnier. Μπροστά στην επιβλητική είσοδο του καζίνο μπορείς να «θαυμάσεις» τα πολυτελέστερα και ακριβώτερα αυτοκίνητα του κόσμου.
Εδώ, δεν υπάρχουν άνθρωποι της ανάγκης, ούτε κακοντυμένοι, ούτε πτωχοί, ούτε πένητες.
Εδώ, δεν υπάρχει το πάθος της επιστήμης, ούτε το πάθος της διανόησης, ούτε το πάθος της θρησκείας. Μόνον το πάθος της απώλειας χρημάτων.
Στη δεξιά πλευρά, όπως βλέπουμε το καζίνο δεσπόζει το υπερπολυτελές ξενοδοχείο HOTEL DE PARIS.
Στην αριστερή πλευρά υπάρχει το CAFΕ DE PARIS, παληό, παραδοσιακό εστιατόριο και Cafe με καταστήματα στην είσοδο της στοάς. Στο βάθος ένας τεράστιος μισοσκότεινος χώρος με περισσότερους από 100 «κουλοχέρηδες», διάφορα μηχανήματα «ψευδαίσθησης και απώλειας χρόνου», τραπέζια χαρτοπαιξίας με παγερούς παίκτες, που θαρρείς πως, μόλις βγήκαν απ’ το τάφο τους.
Μπήκα με «ερευνητική διάθεση» στον μεταφυσικό αυτό χώρο και ένοιωσα μια ανατριχίλα να διαπερνά το κορμί μου. Το πρώτο πράγμα που σκέφθηκα ήταν ότι έδώ, στο χώρο αυτό, η φύσις δεν έχει καμμία απολύτως «εκδήλωση παρουσίας» με αποτέλεσμα, η «παρά φύσιν» ατμόσφαιρα, να ναρκώσει τα κατάβαθα του εγκεφάλου μου.
Αβέβαιες σκιές τριγύρω, που ίσως, έξω στο φως να έμοιαζαν με ανθρώπους, με κολλημένα πρόσωπα σε οθόνες, πατούσαν με παγερό βλέμμα διάφορα κουμπιά, έβαζαν κέρματα, έβγαζαν κέρματα, ενώ εγώ μάταια προσπαθούσα να ανακαλύψω άν οι μορφές αυτές ήταν έμψυχες.
Φανταχτερές «κυρίες» με καπέλλα, με φτιασίδια και κραγιόνια και χρυσά μπιχλιμπίδια στ’ αυτιά, στα δάχτυλα, και στο λαιμό τους, με γερμένο το γεροντίστικο κεφάλι τους στις οθόνες, όλο μέτραγαν… μέτραγαν… θαρρείς τις ώρες που τους απέμειναν.
Επιβλητικοί ασπρομάλληδες «κύριοι» με τρεμάμενες κινήσεις μεταφέρονται από μηχανήματος εις μηχάνημα, χωρίς φως στο βλέμμα τους, χωρίς ίχνος χαράς, ή ενθουσιασμού, ή ακόμα και θυμού για την απώλεια.
Ξάφνου, ένοιωσα ολομόναχος, μέσα σ’ αυτό το μακάβριο μαυσωλείο του τζόγου.
Όλες αυτές οι μορφές τριγύρω μου, περιδιαβαίνοντας τα μονοπάτια της ζωής, πλουτίζοντας με κάθε λογής «μέσα», ανακάλυψαν τελικά πως, μέσα σ’ αυτόν τον πολυτελή «λαβύρινθο του νού», θα βρουν το τελικό σκοπό τη ζωής και της απολαυής;
Πως άραγε, όλες αυτές οι απονεκρωμένες μορφές που κινούνται θαρρείς, φαντάσματα στο επίγειο βασίλειο του Πλούτωνα, πως επαναλαμβάνω, έχουν συλλάβει το νόημα της ύπαρξής τους σ’ αυτό τον κόσμο, και της συμμετοχής τους στο πρόγραμμα του Δημιουργού;
Πως αυτές οι «ανθρώπινες συνειδήσεις» καταθέτουν στο βωμό του Αντίχριστου, μέσα σε λίγες ώρες, ανυπολόγιστα ποσά, κι ύστερα πάνε να πέσουν ψόφιοι στο κρεββάτι τους, χωρίς κανένα ίχνος τύψης ν’ αγγίξει την παγερή ψυχή τους ή την ηλίθια σκέψη τους;
Σ’ ένα κόσμο πόνου και δυστυχίας, σ’ ένα κόσμο που σε κάθε ένα δευτερόλεπτο πεθαίνουν 2-4 παιδιά στις χώρες του τρίτου κόσμου, σ’ ένα κόσμο όπου αναρίθμητοι γέροντες και γριούλες δεν έχουν ούτε τα απαραίτητα προς το ζείν… πως είναι δυνατόν να υπάρχουν μεγιστάνες του χρήματος οι οποίοι, κυριολεκτικά να σκορπάνε αστραπιαία, μέσα σε άχρηστα μηχανήματα περιουσίες ολόκληρες, με γυρισμένη την πλάτη στο πρόσωπο της ανθρώπινης δυστυχίας, που αναζητά μάταια την συμμετοχή των «εχόντων» στα προβλήματα της βασικής σίτησης που τους βασανίζουν.
Βγήκα σαν υπνωτισμένος έξω, στην πλατεία με τους πίδακες των πολυτελών συντριβανιών, με τις αλέες, τους ανθώνες και τις πολύχρωμες σημαίες. Γύρισα και κοίταξα το καζίνο, τη μεγάλη κλίμακα του Άδη που έζησα στο βάθος του Cafe de Paris.
Ένοιωσα ξαφνικά πως μέσα από τα σπλάχνα του πολυτελούς αυτού κτηρίου, ορθωνόταν απειλητικά η Βαβυλών, ο ασιατικός δεσπότης, που ανέδειξε μέσα από τα τείχη της το «μέγιστον κακόν», τη χλιδή, τον πλούτο, την πορνεία, την εκδίκηση, το μίσος εναντίον των λαών του πνεύματος. Κι όλα αυτά, γιατί η Βαβυλών διαχειρίσθηκε τον πλούτο από τα λάφυρα των λαών που κατέσφαξε.
Άρα γε, αυτό το χρήμα που ρέει στα τσόχινα τραπέζια της αστραφτερής αυτής κόλασης του χρήματος, πόση αδικία, πόση πλεκτάνη και δολοπλοκία κρύβει μέσα στους κώδικες απόκτησής του.
Γιατί, άρα γε, ο σύγχρονος Ναβουχοδονόσωρ της αρχαίας Βαβέλ να συνεχίζει τις λεηλασίες και τις σφαγές στον κόσμο που ζούμε;
Γιατί οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιώτεροι και οι πτωχοί πτωχότεροι;
Μήπως, βιώνουμε στην εποχή μας τα γεγονότα που θα ολοκληρώσουν το «μέγιστον κακόν», για να βρεθούμε και πάλι μπροστά σε μια καινούργια Ατλαντίδα και σε συνέχεια, ενώπιον του προσώπου του ίδιου του Θεού; Μήπως;

*Απόσπασμα από το δίτομο έργο του Παύλου Πισσάνου με τίτλο «ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΚΥΡΙΑΚΗ».