Η   προσέγγιση του προβλήματος το οποίο ταλανίζει τη χώρα μας εδώ και 5 χρόνια, που δεν είναι άλλο απο την κρίση χρέους και τις επιπτώσεις στην οικονομία της, θα είναι λίαν περιληπτική, ωστόσο  θα επιχειρηθεί να καταδειχθούν τα κύρια προβλήματα που την προκάλεσαν, αλλά και πιθανοί  τρόποι  εξόδου από αυτήν και αρχίζοντας από την αναζήτηση των αιτιών,  γίνεται αντιληπτό ότι.

Τα τελευταία  20 χρόνια δόθηκε έμφαση στήν ανάπτυξη του τομέα παροχής υπηρεσιών,εγκαταλείποντας σε μεγάλο βαθμό την παραγωγική διαδικασία( πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγικό τομέα) με αποτέλεσμα να μειωθεί η δυνατότητα της χώρας να παράξει πραγματικό πλούτο.

Η χώρα μας ως μέλος της Ευρωζώνης λειτουργεί εδώ και μία 12ετία, μέσα στα πλαίσια ενός ισχυρού νομίσματος πράγμα που δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες  να αυξηθούν οι εισαγωγές αγαθών με αντίστοιχο παραμερισμό των εδώ παραγομένων πράγμα που επιτείνεται από την χαμηλή φορολογία, από μέτρα περιορισμού του κόστους & την χαλαρή νομισματική πολιτική που ακολουθείται από πολλες κυβερνήσεις των χωρών προέλευσής των.

Αντιθέτως τα Ελληνικά προιόντα τα οποία επιβαρύνονται επιπλέον &  υψηλούς φόρους δεν μπορούν να τύχουν της ανάλογης προβολής & να καταστούν περισσότερο ελκυστικά με συνέπεια το χαμηλό επίπεδο των εξαγωγών.

Δυστυχώς αυτό δεν έγινε όπως φαίνεται  «αντιληπτό» από τις Ελληνικές κυβερνήσεις ώστε να ληφθούν ανάλογα  διορθωτικά μέτρα.

Υπήρξε αλόγιστος δανεισμός του Δημοσίου που χρησιμοποιήθηκε  αφ’ ενός  για την κατασκευή έργων πολυτελείας, π.χ. ( ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ κ.α.) αφ’ ετέρου για την ενίσχυση κοινωνικών προγραμμάτων, που κάλυπταν την αυξανόμενη ανεργία  λόγω του κλεισίματος των παραγωγικών μονάδων αλλά και της εγκατάλειψης των αγροτικών δραστηριοτήτων.

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να κάνουμε την επισήμανση ότι η οικονομία είναι μία κοινωνική επιστήμη και για να γίνουν σωστές προβλέψεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πολλές παράμετροι που την επηρεάζουν, όπως το ΑΕΠ, το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της χώρας, η πολιτική κατάσταση, η ανεργία, ο προσανατολισμός της παιδείας, το διεθνές εμπόριο και σχέσεις, οι εξωτερικές απειλές κ.α. άλλως γίνεται φιλέκδικη και διαψεύει τις προβλέψεις και τις προσδοκίες των  «ειδικών».

Επανερχόμενοι λοιπόν στο θέμα μας και  θεωρώντας  τα παραπάνω όπως αναφέρθηκαν λίαν περιληπτικά, ως κύριους λόγους πρόκλησης αυτής της κρίσης χρέους, οι Ελληνικές κυβερνήσεις σε συνεργασία  με ΔΝΤ, ΕΕ, ΕΚΤ, για την επίλυση του προβλήματος και την αντιστροφή τη κατάστασης  άρχισαν να εφαρμόζουν  προγράμματα που χαρακτηρίζονται από την επιβολή σκληρών μέτρων λιτότητας  αλλά και δυσβάστακτων για τον πληθυσμό νέων φόρων.

Όμως σύμφωνα με την Διεθνή εμπειρία,  η πολιτική λιτότητας θα έπρεπε να είναι βραχυχρόνια γιατί είναι δυσάρεστη για όλες τις κοινωνικές τάξεις αλλά και πολιτικά επιζήμια και για να χαρακτηρισθεί επιτυχής, τα αποτελέσματα αυτής θα έπρεπε να είχαν εμφανισθεί άμεσα, αποτυπώνοντας την αύξηση της παραγωγής και την ανταγωνιστικότητα των προιόντων πράγμα όμως που δεν έχει επιτευχθεί , αντίθετα και μετά από 5 χρόνια εφαρμογής των  αξιολογείται ότι.

Δεν  συνοδεύονται  από αναπτυξιακά μέτρα πού θα προκαλούσαν την αύξηση της παραγωγής καθώς και την ανταγωνιστικότητα των  προιόντων.

Η αύξηση των φόρων από την μία και η μείωση μισθών και συντάξεων από την άλλη που περιορίζει σε μεγάλο βαθμό  τα εισοδήματα των πολιτών έχει αρνητικές επιπτώσεις στα έσοδα της Πολειτείας αλλά &  σύνολο της Οικονομίας .

Η δε  συνέχιση αυτής της πολιτικής  ειναι θέμα χρόνου  να περιορίσει την κυκλοφορία του χρήματος σε τέτοιο βαθμό, που αφ’ ενος οι απαιτήσεις του κράτους δεν θα μπορούν να εισπραχθούν & θα καθίστανται ληξιπρόθεσμες, αφ’ ετέρου θα αποτρέπονται οι παραγωγικές επενδύσεις & η Οικονομία  θα δυσκολεύεται  να λειτουργήσει.

Η  εκποίηση περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου( εκτάσεων, αεροδρομίων,επιχειρήσεων κλπ ) κάτω απο συνθήκες καταναγκαστικής πωλησης τίποτε το ουσιαστικό δεν προσφέρει ενώ ενισχύει την αίσθηση  ότι υλοποιούνται χαριστικές πράξεις, που πιθανόν να προκαλέσουν  αντιδράσεις  με συνέπεια την  δημιουργία κλίματος ανασφάλειας για δυνητικούς επενδυτές.

Οι έρπουσες και συνεχείς φήμες οτι επίκειται «κούρεμα» των καταθέσεων  ή πτώχευση της χώρας, η βίαια έξοδος απο το ευρώ σε συνδυασμό με την αποτυχία αντιμετώπισης του προβλήματος  απομάκρυναν απο την ελληνική οικονομία  ποσά ύψους άνω των 100 δις ΕΥΡΩ , που αν δεν καλύπτονταν από πιστώσεις της Ευρωπαικής Κεντρικής Τράπεζας τότε οι συνέπειες θα ήταν τραγικές και ανυπολόγιστες.

 

Παρατηρώντας

α. Την αναποτελεσματικότητα και τις επιπτώσεις  της εφαρμοσθείσης μέχρι σήμερα πρακτικής.

β. Τις ατέρμονες διαχρονικά συζητήσεις και διαπραγματεύσεις της Ελληνικής πλευράς με τους «θεσμούς» να μην οδηγούν  προς το παρόν τουλάχιστον  στον εξορθολογισμό του προβλήματος και στην επίλυσή του, σχηματίζεται πλέον η πεποίθηση ότι η αλλαγή της πολιτικής για την αντιμετώπιση του  είναι πλέον μονόδρομος και η προκρινόμενη λύση του  κατά την άποψη μας  δεν είναι άλλη από την ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ-  στην κατευθυνση, δημιουργίας  σοβαρών παραγωγικών επενδύσεων ( ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ) σε συνδυασμό με την αναδιάρθρωση του κρατικού μηχανισμού αλλά και την προσαρμογή της νομοθεσίας..

 

Αν  εφαρμοθεί σωστά, μοιραίως θα προκύψει  αύξηση στην παραγωγή  προιόντων, που θα συνοδεύεται και από αύξηση των εισοδημάτων των πολιτών και κατ επέκταση, θα ανατείλουν προοπτικές για την ευημερία της κοινωνίας, την εξυγίανση των δημοσιονομικών , αλλά καί δυνατότητα ομαλής εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της πολιτείας.

Για να προχωρήσει όμως η χώρα  προς αυτήν την κατεύθυνση πρέπει προηγουμένως να περιθωριοποιηθεί το άχθος του χρέους και για να πραγματοποιηθεί αυτό πρέπει  κατά την άποψή μας να γίνουν τα κάτωθι  «βήματα.»

α. Η  Ελληνική  κυβέρνηση,να αξιολογήσει πλήρως την πολιτική που συνετέλεσε για να περιέλθει η χώρα  σε αυτήν την κατάσταση και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να μην επαναληφθεί.

β. Να τεκμηριώσει στούς δανειστές με διακριτικότητα και σύνεση χωρίς προσωπικούς ακτιβισμούς  την αναγκαιότητα για αναστολή  της πληρωμής των χρεωλυσίων,  για  χρονικό διάστημα ,(τουλάχιστον   10ετίας) που θα επιτρέψει να  εξευρεθούν τα απαραίτητα κεφάλαια χωρίς η χώρα να προστρέξει σε νέο δανεισμό.( Εξυπακούεται ότι σε καμμία περίπτωση δεν θα επιχειρηθεί να παραβιασθεί το καταστατικό του ΔΝΤ.)

Έτσι θα σταματήσουν οι εδώ και 5ετία αιωρούμενες και αναπαραγόμενες φήμες για μείωση(κούρεμα) του χρέους ή πτώχευση της χώρας ή έξοδο από το  ΕΥΡΩ που καμμιάς εφαρμογής δεν μπορούν να τύχουν για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία και τυγχάνουν σε κάθε περίπτωση αρνητικός παράγοντας για την εξομάλυνση της κατάστασης.

γ.  Στο χρονικό αυτό διάστημα θα καταβάλονται οι τόκοι ώστε αφ’ ενός να μην  αυξάνεται  το χρέος αφ’ ετέρου να μην ζημιώνονται οι πιστωτές, κρατώντας το επιτόκιο στο χαμηλότερο δυτατό σημείο..

δ. Η αποπληρωμή του χρέους να αρχίσει απο την λήξη της χρονικής περιόδου που θα συμφωνηθεί και θα παραταθεί ο χρόνος αποπληρωμής του σε τέτοιο χρονικό βάθος ώστε η τοκοχρεολυτική δόση να είναι ίση προς ποσοστό του ΑΕΠ , που θα επιτρέπει την άνετη καταβολή της.

Παράλληλα η κυβέρνηση θα  αναλάβει την υποχρέωση.

Να προχωρήσει αφ ενός σε  χάραξη Εθνικής Στρατηγικής, στην κατεύθυνση  προσέλκυσης  παραγωγικών κυρίως επενδύσεων, καθιερώνοντας  ένα πετυχημένο φορολογικό σύστημα που μπορεί να αντληθεί απο την Διεθνή εμπειρία προσαρμοσμένο στα ελληνικά δεδομένα, διάφορα άλλα κίνητρα π.χ. VISA σε αλλοδαπούς εφόσον στη χώρα  επενδυθούν ποσά άνω των  $ 500.000, κλπ )  αφ ετέρου, να γίνει ειλικρινής προσπάθεια ώστε να ισοσκελιζεται ο προυπολογισμός  χωρίς ωστόσο να τίθενται  θέματα παράβλεψης της άμυνας και ασφάλειας της χώρας που αποτελούν και βασική προυπόθεση ελκυσμού των επενδύσεων. ( Ελληνικών αλλά και ξένων)

Τα ποσά που θα εξοικονομηθούν από την αναστολή πληρωμής των χρεωλυσίων θα χρησιμοποιηθούν, αποκλειστικά και μόνο, για παραγωγικους σκοπους.Δηλ. Να τοποθετηθούν σε παραγωγικές επενδύσεις που θα εχουν στόχο, τη μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, την αύξηση των εισοδημάτων μέσω του παραγόμενου πλούτου.

 

Δημήτρης Α. Ζακοντίνος                                                                                   

  Οικονομολόγος

 π.Ανωτ. Τραπεζικο στέλεχος & Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ